Η ρευστή νεωτερικότητα της Κλαρίσε Λισπέκτορ

Της Τζίνας Σωτηροπούλου

Πριν τέσσερα χρόνια, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, o ισπανός αρχιτέκτονας José Selgas άνοιξε τη διάλεξή του σχετικά με το αρχιτεκτονικό έργο του γραφείου του – SelgasCano Arquitectos- με μια φωτογραφία της βραζιλιάνας συγγραφέα Κλαρίσε Λισπέκτορ και με τη φράση της: «So long as I have questions to which there are no answers, I shall go on writing». Εκεί την γνώρισα. Στην ώρα του αστεριού. Ένα ατσάλινο γοητευτικό πρόσωπο με έντονα ζυγωματικά. Μια καθαρή ευθυτενής ματιά.

«Όλα στον κόσμο ξεκίνησαν από ένα ναι. Ένα κύτταρο είπε ναι σε ένα άλλο κύτταρο και γεννήθηκε η ζωή. Όμως πριν την προϊστορία υπήρχε η προϊστορία της προϊστορίας και υπήρχε το ποτέ και υπήρχε το ναι. Πάντα υπήρχε. Δεν ξέρω τι, μα ξέρω πως το σύμπαν ποτέ δεν ξεκίνησε. Να μην γελιόμαστε, φτάνω στην απλότητα μόνο με πολλή δουλειά. Όσο θα έχω ερωτήσεις και δεν θα υπάρχει η απάντηση θα συνεχίσω να γράφω […]».

Έτσι ξεκινά «Η ώρα του αστεριού», το τελευταίο και ίσως διασημότερο, εκτενές αφήγημά της. Το βιβλίο εισάγεται και τελειώνει με ένα ναι – όπως τελειώνει και ο «Οδυσσέας». Όπως όλα όσα ξεκίνησαν στον κόσμο.

«[…]Σας ρωτάω:
-Πόσο ζυγίζει το φως;
Και τώρα- τώρα το μόνο που μου μένει είναι να ανάψω τσιγάρο και να πάω σπίτι. Θεέ μου, τώρα μονάχα θυμήθηκα πως πεθαίνουμε. Μα- μα κι εγώ ακόμη;!
Να μην ξεχνάμε πως προς το παρόν είναι η εποχή για φράουλες.
Ναι».

Οι λέξεις της αντηχούν δυνατά, φαινομενικά ασύνδετες, καμιά φορά θολές. Βαθιά αποκαλυπτικές. Ακολουθούν τη συνειδησιακή ροή της Κλαρίσε. Προς το παρόν είναι εποχή για φράουλες. Στο κέντρο της νεωτερικότητας, η γραφή της αιχμηρή. Ο εσωτερικός της μονόλογος, υπόκωφος δυναμίτης. Ένα παραλήρημα που ρέει όχι γραμμικά, αλλά δημιουργεί σπείρες και έλικες και στροβιλίζεται στον χρόνο, μέχρι που ο χρόνος κατακερματίζεται. Η συγγραφέας θα επινοεί ιστορίες μέχρι την τελευταία στιγμή, συναρμολογώντας εικόνες. Δημιουργώντας τεθλασμένες καθημερινότητες. Μιλώντας σχεδόν για την ίδια της τη ζωή μέσα από πολλαπλά μοτίβα άλλων γυναικών. Τα βιβλία της διαβάζονται κατά κάποιο τρόπο και ως ένα διαρκές προσωπικό αρχείο-ημερολόγιο.

Η Κλαρίσε Λισπέκτορ είναι από τις πιο εμβληματικές φυσιογνωμίες της βραζιλιάνικης λογοτεχνίας. Η μοντέρνα της γραφή καθηλώνει. Το ίδιο και η εικόνα της. Αειθαλώς κομψή, ανέκφραστη, με στιλπνά μαλλιά, βαμμένα νύχια, κόκκινο κραγιόν. Μια Μάρλεν Ντίτριχ με πένα Βιρτζίνια Γουλφ. Μια μυθική ντίβα που είχε την ονειροπόληση του Κάφκα και την δύναμη του Τζόυς. Ένα αστέρι που έλαμψε για 57 χρόνια μέσα σε φλογερά βυσσινί φορέματα, εμπριμέ-φλοράλ ή σε γεωμετρικά μοτίβα. Μέσα σε ψιλόμεσες φαρδιές φούστες -μίντι φουσκωτές, στενά πουλόβερ με βαριά έντονα κολιέ από ημιπολύτιμες πέτρες. Λιτά σαγηνευτική.

Στο διήγημά της «Απομεινάρια καρναβαλιού» γράφει: «Δεν με μεταμφίεζαν: με όλη την ανησυχία για την άρρωστη μητέρα μου, κανένας στο σπίτι δεν σπαταλούσε ούτε μια σκέψη για το καρναβάλι ενός παιδιού. Αλλά ζητούσα σε μια από τις αδερφές μου να κάνει μπούκλες τα ολόισια μαλλιά μου που τόσο μισούσα και μετά ήμουν τόσο περήφανη που είχα κυματιστά μαλλιά για τουλάχιστον τρεις μέρες τον χρόνο. Κατά την διάρκεια των τριών αυτών ημερών, η αδερφή μου ενέδιδε στην σφοδρή επιθυμία μου να γίνω μια νεαρή κυρία – με δυσκολία περίμενα να αφήσω πίσω την ευάλωτη παιδική μου ηλικία – και αυτή έβαφε τα χείλια μου με ένα λαμπερό κραγιόν, βάζοντας ακόμα και ρουζ στα μαγουλά μου. Έτσι αισθανόμουν όμορφη και θηλυκή, δεν ήμουν πλέον παιδί».

 

Τολμάει να γράψει για τα πάντα. Κυρίως, αυτά, τα καθημερινά. Εξιστορεί μικρές ασήμαντες στιγμές της ζωής μιας μεσοαστής συζύγου, μητέρας δυο παιδιών. Την απασχολούν «παραδοσιακά γυναικεία θέματα»: γάμος, οικογένεια, μητρότητα, παιδιά, ρούχα, μαγείρεμα αλλά τα μεταχειρίζεται με τέτοιο τρόπο που οι αφηγήσεις της παραμορφώνουν την ορθοκανονική πραγματικότητα. Τα γραπτά της ακολουθούν χρονικά την δική της ηλικία.

 

Εκτός των μυθιστορημάτων και των διηγημάτων, υπογράφει πολλές στήλες με τίτλους όπως «Μεταξύ γυναικών» και «Μόνο για γυναίκες» σε γυναικεία περιοδικά μόδας( Comício, Senho, Correio da Manhã, Diário da Noite, Jornal do Brasil) συχνά με ψευδώνυμα: Teresa Quadros, Helen Palmer ή γίνεται η αφανής συγγραφέας της ηθοποιού Ilka Soares. Γράφει για 77χρονες που φαντασιώνονται ότι κάνουν σεξ με ποπ σταρ, για 81χρονες που αυνανίζονται, για το αν πρέπει να εργάζονται οι γυναίκες. Κυκλοφορεί τρία βιβλία για παιδιά.

Δημοσιεύει στο περιοδικό Manchete τους «Πιθανούς διαλόγους με την Κλαρίσε Λισπέκτορ»: συνεντεύξεις της με προσωπικότητες του πολιτικού και καλλιτεχνικού κόσμου. Τρία χρόνια πριν πεθάνει, εκδίδει το «Onde estivestes de noite» (Πού ήσουν τη νύχτα), μια συλλογή διηγημάτων με θέμα τις ζωές των γυναικών που γερνάνε. Την ίδια χρονιά, ο εκδότης της της παραγγέλνει τρεις ιστορίες με θέμα το σεξ. Σε τρεις μέρες, γράφει τα 13 διηγήματα της συλλογής «A via crucis do corpo» (Ο Γολγοθάς του σώματος). Πεθαίνει σε ηλικία 57 χρονών. 9 Δεκεμβρίου 1977. Καρκίνος στις ωοθήκες.

Ρωσοεβραία, γεννιέται στις 10 Δεκεμβρίου του 1920 στην Ουκρανία. Αναγκάζεται, μαζί με την οικογένειά της, να εγκαταλείψει από πολύ μικρή τη γενέτειρά της για την Βραζιλία. Παντρεύεται καθολικό, διπλωμάτη, με πολιτικό γάμο το 1943. Λόγω της δουλειάς του, φεύγουν στο εξωτερικό για δεκαέξι χρόνια, αμέσως μετά την έκδοση του πρώτου μυθιστορήματός της. Δυτική Αφρική, Λισαβόνα, Καζαμπλάνκα, Αλγέρι, Ρώμη, Νάπολη. Φλωρεντία, Βενετία, Κόρδοβα. Βέρνη. Ουάσινγκτον για 7 χρόνια. Ολλανδία. Στα 40 της χωρίζει. Επιστρέφει στην Βραζιλία.

 

 

Μπραζίλια

Ο μοντερνισμός της Κλαρίσε Λισπέκτορ αναβλύζει διάχυτο αισθησιασμό. Μυθική περσόνα της βραζιλιάνικης πρωτοπορίας, τα γραπτά της πέρασαν με δυσκολία τα σύνορα της πατρίδας της, λόγω της πορτογαλικής γλώσσας. Αγάπησε πολύ την άγρια ομορφιά της Βραζιλίας, «της πόλης του μέλλοντος», όπως έγραψε το 1941 στο ομώνυμο βιβλίο του ο Στέφαν Τσβάιχ. Ένιωσε τις αντιφάσεις της αποστειρωμένης Μπραζίλια. Της πόλης που έγινε πρωτεύουσα στην θέση του Ρίο ντε Τζανέιρο, το 1960, με απόφαση του προέδρου της Βραζιλίας Ζουσελίνο Κουμπιτσέκ με το μότο «50 χρόνια ανάπτυξης σε μία πενταετία». Η ίδια έζησε κυρίως στο χαοτικό Ρίο ντε Τζανέιρο. «Δεν έχυσα ούτε ένα δάκρυ στην Μπραζίλια. Δεν υπήρχε χώρος για δάκρυα. – Είναι μια ακτή χωρίς καθόλου θάλασσα», γράφει η ίδια στο «Brasilia», ένα μοναδικό μικρό διήγημα για την μοντέρνα Μπραζίλια.

Παγερά όμορφη, τεχνητή, ψυχρά φορμαλιστική. Η Μπραζίλια είναι μια άσκηση ύφους της νεωτερικότητας. Μια πόλη που δημιουργήθηκε εκ του μηδενός, ένας τόπος που φυτεύτηκε σε οροπέδιο 1000 μέτρων ύψους, με κατοίκους που μεταφέρθηκαν εκεί. Στην πλειοψηφία τους, οι ίδιοι οι εργάτες που την έκτισαν. Ο Oscar Niemeyer σχεδίασε τα σημαντικότερα κτίριά της, σε πολεοδομικά σχέδια του Lúcio Costa. Χτίστηκε μέσα σε 4 χρόνια. Το κέντρο της αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας κληρονομιάς της Unesco. Τολμηρή πρωτοποριακή αρχιτεκτονική, αδυσώπητη μνημειακότητα, ωδή στο εύπλαστο οπλισμένο σκυρόδεμα.

«Η Μπραζίλια χτίστηκε στην γραμμή του ορίζοντα […] Όταν πέθανα, άνοιξα τα μάτια μου μια μέρα και εκεί ήταν η Μπραζίλια […] Μπορεί μόνο να αναγνωριστεί στον υπερφυσικό κυματισμό της λίμνης. Όπου και αν στέκεσαι, έχεις την αίσθηση ότι είσαι στο περιθώριο ενός επικίνδυνου γκρεμού […] Οι ιδρυτές της προσπάθησαν να αγνοήσουν την σημασία του ανθρώπινου είδους. Οι διαστάσεις των κτιρίων της πόλης υπολογίστηκαν για τα παραδεισένια ουράνια. Η κόλαση με καταλαβαίνει καλύτερα […]Αυτή η σπουδαία οπτική σιωπή που αγαπώ. Ακόμα και η αϋπνία μου θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει αυτή την γαλήνη της χώρα του ποτέ-ποτέ […] δεν υπάρχει πιθανότητα να εμφανιστεί σάμπα στην Μπραζίλια […] Εδώ το πάθος μου πεθαίνει. Και αποκτώ διαύγεια που με κάνει να αισθάνομαι μεγαλειώδης χωρίς κανέναν λόγο της προκοπής. Είμαι απέραντη και μάταια, είμαι το πιο καθαρό χρυσάφι […] Εδώ είναι ο τόπος όπου ο χώρος προσιδιάζει στον χρόνο […] Στην Μπραζίλια βρίσκεις τους κρατήρες της σελήνης. – Η ομορφιά της Μπραζίλια βρίσκεται σε αυτά τα αόρατα γλυπτά».

«Κοιτάω έξω από το παράθυρο του ξενοδοχείου μου στις 3 το πρωί. Η Μπραζίλια είναι ένα τοπίο αϋπνίας. Δεν κοιμάται ποτέ». Ο εσωτερικός μονόλογος της Λισπέκτορ αναφέρεται σε μια περίπλοκη πόλη, μια πρωτεύουσα που πάλλεται. Το διήγημά της αναπνέει ως μια ρευστή νεωτερική λεκτική μεταφορά του προκλητικού μοντέρνου αστικού τοπίου της Μπραζίλια.

Τα βιογραφικά στοιχεία και τα αποσπάσματα αντλήθηκαν από το μυθιστόρημα «Η ώρα του αστεριού» (εκδ. Αντίποδες, μτφ. Μάριος Χατζηπροκοπίου, 2016). Στα ελληνικά έχει μεταφραστεί μόνο το πρώτο της μυθιστόρημα «Κοντά στην άγρια καρδιά» (μτφρ. Αμαλία Ρούβαλη, Τυπωθήτω 2008 – εξαντλημένο). Από τους αντίποδες θα κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα και το μυθιστόρημά της «Τα κατά G.H. πάθη»
Λίγα βιβλία έχουν κυκλοφορήσει ακόμα και στα αγγλικά. Τελευταία εκδόθηκε το «The Complete Stories, μτφ. Katrina Dodson, editions New Directions, 2015) σε επιμέλεια του Benjamin Moser, μεταφραστή και βιογράφου της Λισπέκτορ. Περιλαμβάνει όλα τα διηγήματά της. Τα αποσπασμάτα των διηγημάτων «Απομεινάρια καρναβαλιού» και «Μπραζίλια» μεταφράστηκαν από εκεί.

Εδώ μπορείτε να βρείτε το αναλυτικό εργοβιογραφικό της σημείωμα:
https://goo.gl/BFHXm0

 

Τζίνα Σωτηροπούλου

Η Τζίνα Σωτηροπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Αρχιτέκτονας μηχανικός ΕΜΠ, με μεταπτυχιακές σπουδές στην σκηνογραφία-ενδυματολογία στο Central School of Speech and Drama στο Λονδίνο και ειδίκευση στο devised theatre, είναι ιδρυτικό μέλος του αρχιτεκτονικού γραφείου architectones02. Ένα studio που εστιάζει σε μελέτες κτιριακών έργων, ανακαινίσεις εσωτερικών χώρων, υπαίθριες διαμορφώσεις αλλά και στον σχεδιασμό εκθέσεων και σκηνικών για το θέατρο και την τηλεόραση. Από το 2004 ως σήμερα αρθρογραφεί πάνω σε πολιτιστικά θέματα που αφορούν το design, την τέχνη και την αρχιτεκτονική σε έντυπα και ψηφιακά μέσα. (Η Καθημερινή / Athens Voice / SOUL magazine)

 

2017-07-16T08:19:31+00:00 Fashion Passion|Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η ρευστή νεωτερικότητα της Κλαρίσε Λισπέκτορ