//Περί έρωτος (παντρεμένων)

Τι να σου πω εγώ για τον έρωτα βρε αγάπη;

Δεν τον ξέρεις τον έρωτα των παντρεμένων; Είναι το πιο παράξενο πλάσμα του σύμπαντος.

 

Μπαίνει μέσα στο σπίτι εκείνες τις πρώτες νύχτες, βαράει τα τύμπανα του και χορεύει άγρια, σκαρφαλώνει στους τοίχους, λάμπει σαν αρχαίος θεός στολισμένος με ολόχρυσα πέπλα, τραγουδάει, βογκάει, τραντάζεται, σε κάνει να λάμπεις, να ζαλίζεσαι, να παραπατάς, να χαμογελάς, κάνει τα σπλάχνα σου να λαχταράνε να γεμίσουν, από τον Άλλο, από τα μωρά του.

Αλλάζει στολές σαν μεγάλη θεατρίνα, βάφεται κόκκινος, απλώνει αίμα με βούρτσες στους τοίχουςκαι φτιάχνει πρωτόγονες τοιχογραφίες, σε στροβιλίζει, σε εξυψώνει, σε ρίχνει στα τάρταρα.

Μαυρίζει τα πάντα, σου πετάει στα μούτρα καθρέφτες, γυαλιά, μαύρη σκόνη που κάνουν τα μάτια σου να καίνε. Σε ανεβάζει σε τρενάκια του λούνα παρκ, σε πάει πάνω-κάτω, ανάποδα και γύρω γύρω.

Κι ύστερα μια μέρα γίνεται ροζ, ροδαλός, ροδακινί, σε κοιτάει με κάτι μάτια που λάμπουν σαν τα πιο λαμπερά διαμάντια, σου γελάει με κάτι ζαχαρένια φαφούτικα χαμόγελα.

Και κάτι παθαίνει ξαφνικά, γίνεται ντροπαλός, μικρός, μαζεύεται, κουλουριάζεται σε μια γωνιά και κάθεται εκεί φορώντας κάτι γκρίζα κουρέλια σαν ένας καλοσυνάτος γεράκος που ζητάει ελεημοσύνη. Και περιμένει. Και περιμένει.

 

Χωρίς να κάνει τίποτα για να σου θυμίσει την παρουσία του. Είναι σα να θέλει -και να μη, να τον θυμηθείς. Σα να σε εκδικείται που ξέχασες τις ώρες που ήταν θεός αλλά να θέλει και να λουφάξει, να κουρνιάσει ταυτόχρονα, να κλείσει τα μάτια και να ξεκουραστεί μετά από όλα αυτά τα χρόνια που χτυπιόταν αδιάκοπα, για να σε βρει. Για να τον βρεις.

 

Κι έρχονται κάτι μέρες, ηλιόλουστες, βροχερές, σημασία καμιά δεν έχει, που τον βρίσκεις και αστράφτεις και θυμάσαι και τον αρπάζεις, του πετάς τα γκρίζα κουρέλια, τον αφήνεις να αερίσει τις πληγές του και τον πληγωμένο του εγωισμό, του τραγουδάς, τον φιλάς, τον εισπνέεις, σου χαϊδεύει τα μαλλιά σε χορεύει και γεμίζει φιλιά. Κι ενώ ξέρεις και ξέρει ότι τα χρυσά του πέπλα σκονίζονται τσαλακωμένα σε κάποια αποθήκη, αρπάζεις ό,τι προλαβαίνει να σου δώσει, λίγη χρυσόσκονη, ένα χάδι μερικά ντροπαλά φιλιά κι ένα βουρκωμένο βλέμμα που σου υπόσχεται: «Θα γυρίσω. Μια μέρα θα γυρίσω κι όλα θα είναι και πάλι χρυσά, κόκκινα και μαύρα».

 

Βίκυ Μωραγιάννη

Η Βίκυ Μωραγιάννη είναι καθηγήτρια ξένων γλωσσών αλλά έχει ασχοληθεί κατά καιρούς και με μεταφράσεις και μάρκετινγκ. Έχει σπουδάσει Γαλλική Γλώσσα και Φιλολογία στο Ε.Κ.Π.Α και Ιστορία Λογοτεχνίας και Θεάτρου στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης στο Παρίσι με ειδίκευση στη Λογοτεχνία του 18ου αιώνα. Έχει πάθος με το θέατρο, τον κινηματογράφο, το διάβασμα και το φαγητό. Γράφει στο blog Η Αλίκη στη Χώρα των Μεγάλων, ιστορίες από το οποίο συμπεριλαμβάνονται στο ομότιτλο βιβλίο. Το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο Παρίσι στον Κύβο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις BELL.

2017-11-10T08:34:43+00:00 Μη κατηγοριοποιημένο|Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Περί έρωτος (παντρεμένων)