//Που είναι το πουά;

Της Ιωάννας Μπουλντούμη

 

Aπό ένα φόρεμα πουά, χάθηκε μία βούλα,

τον κόσμο όλον έψαξε η ράφτρα Ακριβούλα.

Πελάτισσα ιδιότροπη το είχε παραγγείλει,

αν έβλεπε πως έλειπε, θα στράβωνε τα χείλη.

 

«Αλί αλί και τρισαλί, πώς μου’ τυχε αυτό;

Αδύνατο μου φαίνεται, σαν παγωτό καυτό.

Μεταξωτό το ύφασμα και οι κλωστές χρυσές,

τι να της πω της κόμισσας; Θ’ αρχίσει τις βρισιές!»

 

«Διακόσια ήταν τα πουά- τα μέτρησα ένα-ένα,

μεγάλα, ολοστρόγγυλα, διαμάντια για καδένα!

Και να που ένα χάθηκε, σβήστηκε από το χάρτη.

Ποιος την ακούει τη γριά! Θα με περάσει σκάρτη!»

 

Έψαξε κάτω απ’ τα κουτιά, δίπλα στους καναπέδες,

πάνω στις σκάλες τις πλατιές, μέσα στους κουραμπιέδες.

Σε μια ζακέτα εμπριμέ, σ’ ένα καπέλο μαύρο,

σ’ ένα κουτάλι επίχρυσο, σε μια πιατέλα γαύρο.

 

«Μπας και το φάγαν τα σκυλιά; Μη μου το πήρε η γάτα;

Λες να το κλέψαν τα παιδιά; Μπορεί – πανάθεμά τα!

Η κυρά Δήμητρα θαρρώ το έβαλε στο μάτι.

Βρε λες να μου το βούτηξε; Ποτέ δεν κάνει κράτη!»

 

 

Χίλιες βελόνες τρύπησαν την τρυφερή καρδιά της,

Καρφίτσες ανοξείδωτες χώθηκαν στα μυαλά της.

Κουμπώματα μεταλλικά τής έκλεισαν το στόμα,

Κοκκίνισε, κιτρίνισε, άσπρισε σαν το πτώμα.

 

«Πω πω τι σύγχυση κι αυτή -πονάει το κεφάλι,

μουδιάζουνε τα πόδια μου, με πιάνει μαύρη ζάλη.

Μου κόπηκαν τα ήπατα, στέγνωσε ο λαιμός μου,

βουίζουνε τα δυο αφτιά, τρίζει κι ο αφαλός μου».

 

Και κλαίγοντας τη μοίρα της, την πήρε ο ύπνος βράδυ,

στην πολυθρόνα την παλιά που’ χε λεκέ από λάδι.

Είδε εφιάλτη τη γριά που μέτραγε τις βούλες,

kι έβριζε χωρίς ντροπή τις νέες μοδιστρούλες.

 

Ίδρωσε μες στον ύπνο της, ξύπνησε μουσκεμένη,

χάζεψε στο παράθυρο πολύ κατσουφιασμένη.

Και τότε έλαμψε η ματιά, βρήκε ξανά το θάρρος,

τη βούλα της αντίκριζε – της έφυγε ένα βάρος!

 

Πήρε τα κιάλια για να δει το σπάνιο φεγγάρι,

φτιαγμένο από μεταξωτό, μοναδικό σε χάρη.

Έλαμπαν ξέφτια και κλωστές, ουράνια στολίδια.

Μια πάνινη πανσέληνος, μια σατινέ κουκίδα!

2017-09-21T07:49:32+00:00 Μη κατηγοριοποιημένο|Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Που είναι το πουά;