Φορέματα προορισμένα για τον Ν.

Της Χρύσας Φωτοπούλου

Εικόνες ρεαλιστικής πραγματικότητας

Φόρεμα γεμάτο λουλούδια, λίγο σκουρόχρωμη, λίγο ανέμελη, με μαλλί μισοπιασμένο και να πίνω λεμονάδες.

Να στάζουν τα μαλλιά μου θάλασσα κι εγώ να χάνομαι σε έναν φρέσκο ορίζοντα, έτσι, λουλουδάτη και πίνοντας λεμονάδα. Όταν έμαθα να ζωγραφίζω, ζωγράφισα αυτή την εικόνα. Κάτι φέρει ο σκληρός μου δίσκος και είναι σαν να έχω ζήσει την εποχή που το κινούμενο εμπριμέ φορεματάκι, εκεί, ντάλα άνοιξης ή καλοκαιριού, ανέβαζε τον πυρετό των αγοριών, που παρακαλούσαν για μια μεταξένια κλωστίτσα του.

Η Δανάη με φόρεμα Dress Pop

Τα βλέπω στις κρεμάστρες και το χάδι μου είναι νοσταλγικό, τα βλέπω και τρέχω να βγάλω από συρτάρια και ντουλάπες χρυσούς κρίκους, μαντίλια, τα πεταλουδέ μου γυαλιά.

Επιστροφή στο ολόκληρο, το αρχετυπικό, το σαφώς προνοημένο. Όχι ξέμπαρκα και αλλόκοτα. Αλλά κανονικά. Να περπατάς και να σου λένε -μα πόσο άλλαξες-.

Να έρχονται κατά πάνω σου αυθόρμητα πλάσματα με θαυμαστικά στο χέρι για την εξαίσια κινηματογραφική σου εικόνα.

Να σε αποκαλεί μονίμως «κοριτσάκι μου» και η κοινοτοπία να πέφτει στον γκρεμό, να είναι οι ώμοι έξω, έτοιμοι για δάγκωμα.

Σε ένα μικρό τσαντάκι να χωρούν όλα.

Η Ν. φοράει μόνο φλοράλ και εμπριμέ. Ακόμη και στον ύπνο της. Στην εγκυμοσύνη της. Στο πρώτο ραντεβού. Στο σχολείο.

Τα παιδιά της Γ’ τάξης τη φωνάζουν Φρίντα. Δεκαεφτά παιδιά. Δέκα αγόρια κι εφτά κορίτσια και χάρηκαν, που η καθηγήτρια των γαλλικών μοιάζει με τη Φρίντα.

Και η Ν. χάρηκε. Μόνο τα φρέσκα λουλούδια έχει σταματήσει πια. Τώρα μόνο ψεύτικα στα μαλλιά. Και κάποια πρωινά, ακόμη πιο flirty. Και από Απρίλη δαχτυλιδάκια και μικρά ρολόγια. Και φλοράλ με πολύ μπλε, πολύ πράσινο, πολύ κόκκινο. Κυρίως κόκκινο. Όταν ήταν μικρή, σε μια έκθεση ή σε κάποιο άρθρο στην εφημερίδα του σχολείου είχε γράψει:

Αγαπώ τη Φρίντα Κάλο γιατί αν την έβλεπα τυχαία στο δρόμο και την ξανάβλεπα μετά από 30 χρόνια, θα τη θυμόμουν. Μαζεύω κόκκινους ιβίσκους και με στολίζω. Δεν τη μιμούμαι, νιώθω όμως επηρεασμένη. Η ταλαντούχα γιαγιά μου μού ράβει φορεματάκια μέχρι το γόνατο (κομμάτια που θα ενέκρινε και ο Ντιέγκο Ριβέρα), δε βγάζω ποτέ τα χρυσά μου σκουλαρίκια με την μπλε πέτρα. Προχθές, στο πάρτυ, ο Ν. μού ζήτησε να χορέψουμε. Ντρεπόμουν, αυτός άνετος. Κάποια στιγμή, μού είπε ‘αν χαθούμε και ξαναβρεθούμε σε 30 χρόνια, μέσα στο πλήθος, θα σε αναγνωρίσω’. Δεν είπα τίποτα, μόνο έγειρα, χωρίς ντροπή, πια στον ώμο του.

Τη φωτογραφία από εκείνο το πάρτυ, την ανέβασε, 20 χρόνια μετά, στο instagram κι έγινε χαμός.

Α, με τον Ν. χάθηκαν.

Leave A Comment