Puzzle Dots

Tου Κ.Κ. Μοίρη | amancalledkkmoiris.com

Κανείς δεν θυμόταν πότε, με τι καιρό και υπό ποιες συνθήκες εμφανίστηκε στο μπαλκόνι του (πόσο μάλλον γιατί ειδικά στο δικό του) το κορίτσι με το μαύρο φόρεμα, την κατακόκκινη (σαν τεράστια ντροπή) ζώνη γύρω από την τοσοδούλα μέση της και τα άσπρα-κόκκινα πουά.

Άλλωστε έτσι, συνήθως, εμφανίζονται τα κορίτσια. Χωρίς ειδοποίηση, εκεί που το ΄χεις πάρει απόφαση ότι κορίτσια με φορέματα με άσπρα και κόκκινα πουά δεν υπάρχουν πια στους δρόμους, έξω, κάπου, οπουδήποτε.

Και κυρίως κορίτσια που αφήνουν να φανούν γυμνά τα πόδια τους, ψηλά, πολύ ψηλά, όταν φυσάει αεράκι.

Κάποιαν του θύμιζε, αμυδρά μόνον. Τα δυο πρώτα βράδια σκέφτηκε να την ρωτήσει “έχουμε άραγε ειδωθεί και παλιότερα;”, τρεις φορές μετάνιωσε. Από την τρίτη νύχτα και μετά αρκέστηκε να την νιώθει πίσω του. Χωρίς να γυρίσει να την ξανακοιτάξει. Έμεινε να φαντάζεται το στόμα της (τον έκανε να ιδρώσει εκείνο το στόμα κι ας μην έβγαλε λέξη από μέσα του), το δέρμα της να ανατριχιάζει από την βραδινή ψύχρα και την υγρασία, το μαλλί της να θέλει ξανά κομμωτήριο γιατί το αεράκι στα ψηλά μπαλκόνια δεν είναι παίξε-γέλασε. Έπαιρνε και σήκωνε το φόρεμα τόσο ψηλά που τα μισά πουά τρελαινόντουσαν, χάναν τον δρόμο τους, πετάγαν ψηλά, ελεύθερα για λίγο, για λίγο μόνο, μέχρι να ξαναπέσουν πάνω στο μαύρο φόρεμα, πάνω στο σώμα της, μεσοτοιχία με την ανάσα της. Και όλα να γίνουν όπως πριν, μέχρι να ξαναφυσήξει.

Τα κορίτσια που αγαπάνε τα αγόρια δεν πιάνουν τα φορέματα με τα ακροδάχτυλά τους όταν φυσάει. 

Την ένατη μέρα οι γιατροί αποφάνθηκαν ότι δεν έσπασε η καρδιά του. Γυάλινες καρδιές μόνο σε τραγουδάκια θα βρεις. Η ψυχή του (κανείς ακτινολόγος, κανείς ενδοσκόπος, ούτε καν ο ίδιος, δεν το ’ξέραν αυτό) ήταν γυάλινη και, εκείνο το βράδι που έστρεψε το βλέμμα προς τα πίσω και το κορίτσι δεν ήταν εκεί, έγινε δέκα εκατομμύρια βώλοι, μαύροι, άσπροι, κόκκινοι. Τέτοιο παζλ ακόμη κι ο Ιώβ δεν θα μπορούσε να το ξαναβάλει σε τάξη. Και κάπως έτσι οι μπαλκονόπορτες έμειναν ανοιχτές και το μπαλκόνι άδειο. Xωρίς άλλην ιστοριούλα.

Κι όμως.

Το επόμενο πρωί η καθαρίστρια που πήγε να αδειάσει και να συγυρίσει το σπίτι βρήκε μια κόκκινη (σαν τεράστια ντροπή) ζώνη αφημένη έξω, πάνω στα κάγκελα. Έτσι, συνήθως, χάνονται τα κορίτσια. Χωρίς ειδοποίηση. Εκεί που ετοιμαζόσουν να πεις “σε ξέρω εσένα!”. Αφήνοντας πίσω τους κάτι κόκκινο (σαν λεκέ από κρασί, από φράουλα, από αίμα) για να ΄ναι σίγουρα ότι θα τα θυμάσαι, ακόμη κι όταν δεν είσαι πια εκεί.

Leave A Comment