Ραβασάκι πάνω σε σατέν ζώνη

Μαύρο κρουαζέ φορεματάκι να τυλίγει σκούρο δέρμα από τους ήλιους της Μάνης.

«Γεια σου, Σιλβάνα»  λέει ο κολλημένος θαυμαστής του πρώτου ορόφου. Γελάω τεντώνοντας ένα κραγιόν που γυαλίζει. Το ραντεβού ήταν σε ένα μεγάλο πάρκο. Πολλή μουσική κι αφιερώματα. Κυρίως στον Ελύτη και στα 80 χρόνια από τον Μάη του ’36.

Κι εγώ μυημένη και ακουσίως ίδια με τα κορίτσια του μικροσκοπικού San Cassiano. Το μαύρο κρουαζέ φταίει και οι τελευταίοι ήλιοι του Αυγούστου. Το είπαμε.

Διασχίζω το μεγάλο πάρκο. Αναπνέω σκόνη, ψημένη ζάχαρη, καπνούς από καλαμπόκια. Κοιτάζω αφηρημένα παιδιά με μονοψήφια ηλικία να τραγουδούν το Άξιον Εστί.

Παρατηρώ έναν αγορίστικο άνδρα να υπογράφει τα βιβλία του. Η σιγουριά του έχει υψώσει κιγκλίδωμα. Υπογράφει με αόρατο στυλό. Δεν είναι παρών. Στρώνω το υφασματάκι που εξέχει. Εκθέτω ελαφρά τους ώμους.

Έχω ψεύτικο ύψος, 1.74. Μια χαρά. Τα κιγκλιδώματα μπροστά από τον γραφιά σπάνε. Το αόρατο στυλό δεν έχει άλλο μελάνι. Τους παρατάει όλους. Μειώνει την απόσταση. Έρχεται πιο κοντά (μου).

Συγκρατώ το πρόσωπό του. Συγκρατεί το σχήμα μου. Ολόκληρο. Και με τα όλα του τα ψεύδη. Ποτέ στη ζωή μου δεν ένιωσα έτσι.

Η φορά στο πάρκο έχει ισχύ, που χαντακώνει παρόν και μέλλον. Πάλι καλά που δεν ήμουν με τα φλατ σανδάλια και τα σάρια του μπάνιου. Το φορεματάκι μου με έφερε στο προσκήνιο.

Είχα βγει απ’ την πόζα μου και με παρατηρούσα. Ναι, είναι απαραίτητα τα όπλα για κάθε είδους επισήμανση. Το αγόρι-παίχτης συνεχίζει την υφασματοσκόπηση.

 Με μικρές, παρεμβαλλόμενες νοθείες τύπου «έχει ξάστερο ουρανό, απόψε».

Συνεχίζω να γελάω, σαν να έχω στο 1,5 μέτρο δέκα οπερατέρ.

Η λογική επιτάσσει άρση της απόστασης και στιχομυθία γνωριμίας. Η μαγεία ρέπει προς τη σιωπή και την αποθήκευση 1.234 ενσταντανέ. Επιλέγουμε το δεύτερο. Πάει. Έχω το βάρος αστροναύτη. Απορρυθμίστηκα. Πονάει το στομάχι μου.

ΑΛΛΑ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΚΑΤΙ ΚΑΙ ΜΑΣ ΠΛΑΚΩΝΕΙ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ
.

Πού πήγε ο γραφιάς με τα μπλε μάτια; Πού πήγε η ζωνίτσα μου; Η χαμηλή μου πτήση φταίει. Οι κεραυνοί και μια κεντρομόλος δύναμη μεταξύ  «κάτω στης μαργαρίτας τ’ αλωνάκι…» και «σαν να ‘μουν άλλος κι όχι εγώ μες τη ζωή πορεύτηκα».

Με μια ζωνίτσα λιγότερη και επιρρεπής στο αεράκι, κατευθύνομαι προς την είσοδο του πάρκου. 13 λεπτά από το σημείο που λιώσαμε κι εγώ κι αυτός. Πού είναι τώρα αυτός; Στην είσοδο. Με τη μαύρη ζώνη στο χέρι, που μυρίζει τριαντάφυλλο. Καταπίνω όλο μου το σάλιο. Το αίμα μου καυτό. Πόσο με εκθέτει αυτό το κόκκινο μάγουλο.

Μου τείνει τη ζώνη με ύφος μεγαλύτερου. Η ντροπή μού ρουφάει το ταλέντο. Γαμώ την ντροπή. Γεια σου, αγοράκι μου. Με το αόρατο στυλό. Συγγραφέα μου, ψωνάρα. Γαμώ το. Ούτε όνομα, ούτε συντεταγμένες. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Υπέφερα κάτω από μια βασανιστική πανσέληνο. Ήταν 17 Σεπτέμβρη.

Επαναπροσδιορίστηκε η κατακλείδα μας, όταν έπιασα βελόνα και κλωστή για να φτιάξω τη ζωνίτσα μου. Το επόμενο πρωί. Στο μέσα μέρος, υπήρχε ένα λευκό αυτοκόλλητο. «Νίκος. Πάρε με σε αυτό το τηλέφωνο».

Του είπα ότι με λένε Σιλβάνα μη χάσει η ιστορία την παραμικρή ικμάδα ποίησης.

 

Χρύσα Φωτοπούλου

Η Χρύσα Φωτοπούλου γεννήθηκε τον Νοέμβρη του 1984, στο Αγρίνιο και μεγάλωσε στην Καλαμάτα. Είναι φιλόλογος, είναι δημοσιογράφος, είναι ονειροπόλα. Το πιο οριστικό της όνειρο είναι να γράψει, κάποια στιγμή, για παιδιά κι εφήβους. Γιατί, για την ίδια και για κάποιους ακόμη, είναι ακόμη γιορτή.

2017-06-25T17:55:20+00:00 Φορέματα προορισμένα για τον Ν.|Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ραβασάκι πάνω σε σατέν ζώνη